ἀφαμιῶται

ἀφαμιῶται
Grammatical information: m. pl.
Meaning: slaves in Crete (Str.). ἀφαμιῶται· οἰκέται ἀγροῖκοι H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Lit. `people in ἀφαμία (= ἀφημία), from who there is no φήμη', Bechtel, Gött. Nachr. 1920, 252f.; s. Redard, Les noms grecs en -της 9, 29. Cf. ἀφημοῦντας ἀγροίκους H.
Page in Frisk: 1,194

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • κλαρώται — κλαρῶται, οἱ (Α) [κλάρος] Κρήτες ακτήμονες, δούλοι όπως οι είλωτες στη Σπάρτη, που καλλιεργούσαν τα κτήματα τών ελεύθερων πολιτών, αλλ. αφαμιώται («κλαρῶται εἵλωτες, δοῡλοι», Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κλαρωτάς (δωρ. τ. τού κληρωτής) με αναβιβασμό τού …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.